Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πια, ότι σε όλο το δυτικό κόσμο η μεγάλη μάζα των διανοουμένων είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το κεφάλαιο ή από την εξουσία. Οι μηχανισμοί είναι γνωστότατο. Η εύνοια, η συμμετοχή σε " ερευνητικά προγράμματα " που συνδέονται με την παραγωγή, η παροχή υπηρεσιών με την τυπική ιδιότητα του συμβούλου, του τεχνοκράτη, του εμπειρογνώμονα ή ακόμα και του «γκουρού», κατέστησαν την διανόηση «επάγγελμα»...».

Κ
. Τσουκαλάς

« It is now an undeniable fact that throughout the western world the intellectuals are strongly dependent on the capital and the «power». The mechanisms are well known. These are the favouritism, the participation in «research projects» associated with the production, the status of consultant, the technocrat, the expert, or even the «gurus».All these have made the intellectuals a professional cast of people in the service of political, economical and social elites.

C. Tsoukalas

11 ΜΑΡΤΙΟΥ 2010

Τι περιμένουνουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
Γιατί μέσα στην σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι καθοντ’ οι συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα!

Τι νόμους πια θα κάμουν οι συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν!

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΑΠΟΥΔΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ «ΣΥΝΩΣΤΙΖΟΝΤΑΝ» ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ


ΤΟΥ ΚΙΑΜΗΛ ΜΠΕΗ

Πήραν τα κάστρα πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια, πήραν και την Τριπολιτσιά , την ξακουσμένη χώρα. Κλαίνε στους δρόμους Τουρκισες, κλαίνε εμιροπούλες, κλαίει και μια χανούμισα τον δόλιο τον Κιαμήλη:

-Αχ που σαι και δεν φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη;

Ήσουν κολόνα στον Μοριά και φλάμπουρο στο Κόρθο, ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.

Στην Κόρθο πιά δεν φαίνεσαι, ουδε μες στα σεράγια. Ένας παπάς σου τά ’καψε τα έρμα τα παλάτια. Κλαίνε τα’ άχούρια γι΄ άλογα τα τζαμιά για αγάδες, κλαίει και η Κιαμήλαινα τον δόλιο της τον άνδρα. Σκλάβος ραγιάδων έπεσε και ζει ραγιάς ραγιάδων.

Μοριάς (1822)

Τ’ ΑΝΑΠΛΙ

-Ανάπλι τι δεν χαίρεσαι και δεν βαρείς παιχνίδια;

-Σαν πως που λες να χαίρομαι και να βαρώ παιχνίδια,

οπ’ είμ’ Ανάπλι ξκουστό κι’ Ανάπλι παινεμένο,

πόχω τα τόπια για χαρά, τουφέκια για παιχνίδι,

και συ με θέλεις για ραγιά με θες χαρατσωμένο;

-Ανάπλι δώστα τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου,

γιατί όσο αίμα κι αν χυθεί θαν το’ χεις στο λαιμό σου.

-Δεν παραδίδω γώ κλειδιά, και δεν έχω χαμπέρι.

Στο Παλαμίδι κρέμονται, και σύρε να τα πάρεις.

Μοριάς (1822)

ΑΡΑΠΙΑ

Ο κούκος φέτο δε λαλεί, μήτε και θα λαλήσει

Παρά η τρυγόνα, η χλιβερή το λέει το μοιρολόγι.

Φέτο μας ήρθε η Αραπιά και κόβει και σκλαβώνει.

Εσκλάβωσε μικρά παιδιά, γυναίκες με τους άνδρες,

και εσκότωσε λεβεντουριά και καπεταναραίους.

Μοριάς (1827)

ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ

Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια

Έτσι λαάπει κι ο Ζαχαριάς μες στ’ αλλα παλληκάρια.

Τα Τσακωνίτικα βουνά πολ’ είναι βουρκωμένα,

Κάνε βοριάς τα φύσησε, κάνε βοριάς χειμώνας.

Κανείς και δεν τα πάτησε απ’ τους παλιούς τους κλέφτες,

Ο Ζαχαριάς τα πάτησε και τα τσαλαπατάει,

Ο Ζαχαριάς τα χαίρεται με τον Καλουμερτζίνιο.

Μοριάς (1759)

ΤΟΥ ΜΑΝΤΑ

-Εσείς βουνά του Λιονταριού, δέντρα τ’Ανεμοδούρι,

να μην επέρασε ο Μαντάς, ο φοβερός ο κλέφτης;

-Εχτές προχτές επέρασε με τρία παλληκάρια.

Πήγε στη Βλαχοκερασιά, στου Μπούμπουκα το σπίτι.

Κουμπάρες τον εκαρτερούν με τα παιδιά στα χέρια:

«Καλώς τον τον κουμπάρο μας, καλώς τον τον νοννούλη!»

Φλουριά τους δίνει στα παιδιά και γρόσια στις κουμπάρες

Και στις κουμπαροπούλες του άσπρα και κακογρόσια.

Μ’αυτές τον εκεράσανε κρασί φαρμακωμένο.

«Κουμπάρα τι έχει το κρασί και είναι θολωμένο;»

«Νοννούλη μου μας σώθηκε από τα κατακάθια!».

Ψιλή φωνίτσα ΄βγαλε όση κι’αν εδυνάστη:

«Κουμπάρα μ’ εφαρμάκωσες και πάω φαρμακωμένος!».

Μοριάς (1670)

ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Τ’Ανδρούτσου η μάνα θλίβεται, του Καλιακούδα κλαίει,

Του Καραχάλιου η αδελφή του σέρνει μοιρολόγι:

-Να χαμηλώναν τα βουνά να ψήλωναν οι κάμποι,

να βλεπα την Τριπολιτσιά και της Μηλιάς τον Κάμπο,

να ιδώ τον αδελφούλη μου τον δόλιο Καραχάλιο,

πόσοι Τούρκοι τον πάν μπρόστά κι πόσοι από πίσω!

Χίλιοι τον πάν την μια μεριά και χίλιοι από την άλλη.

Στην μέση πάει ο δούλης μου ο δόλιος Καραχάλιος,

Με δυό κουλούρες στο λαιμό με σίδερα στα πόδια.

Έχουν και τα χερούλια του με δυό λινιές δεμένα.

«Τραγούδα Καραχάλιο μου και σύ Γραμματικέ μου,

για ν’ άκουστή στη Ρούμελη ν’ άρθουν να σε γλυτώσουν».

«Παιδια, σας πέφτω ένα ριτσά, σας πέφτω ένα μινάτι,

για ντώστε τα χερούλια μου, μούδιασαν του καημένου,

για λύστε και τα πόδια μου, κοπήκαν του καημένου,

και καβαλλάτε τ’ατια σας και τα λαγωνικά σας,

και βγάλτε και απολάτε με μες στης Μιλιάς τον Κάμπο, κι όπου με

φτάσετε κόφτε με».

Μοριάς (1792).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΧΟΛΙΑ