Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πια, ότι σε όλο το δυτικό κόσμο η μεγάλη μάζα των διανοουμένων είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το κεφάλαιο ή από την εξουσία. Οι μηχανισμοί είναι γνωστότατο. Η εύνοια, η συμμετοχή σε " ερευνητικά προγράμματα " που συνδέονται με την παραγωγή, η παροχή υπηρεσιών με την τυπική ιδιότητα του συμβούλου, του τεχνοκράτη, του εμπειρογνώμονα ή ακόμα και του «γκουρού», κατέστησαν την διανόηση «επάγγελμα»...».

Κ
. Τσουκαλάς

« It is now an undeniable fact that throughout the western world the intellectuals are strongly dependent on the capital and the «power». The mechanisms are well known. These are the favouritism, the participation in «research projects» associated with the production, the status of consultant, the technocrat, the expert, or even the «gurus».All these have made the intellectuals a professional cast of people in the service of political, economical and social elites.

C. Tsoukalas

11 ΜΑΡΤΙΟΥ 2010

Τι περιμένουνουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
Γιατί μέσα στην σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι καθοντ’ οι συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα!

Τι νόμους πια θα κάμουν οι συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν!

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΦΥΛΙΟΣ



Ευάγγελος Κωφός (Το ΒΗΜΑ, 17/10/1999)

Αν ο ιστορικός θελήσει να προσδιορίσει μονολεκτικά τον παράγοντα «Μακεδονικό» στον Εμφύλιο, του αρκεί η λέξη καταλύτης. Το πολυδιάστατο αυτό πρόβλημα ­ εσωτερικό ελληνικό, βαλκανικό και διεθνές ­ επηρέασε αποφασιστικά τους σχεδιασμούς της ηγεσίας του ΚΚΕ τόσο για την έναρξη του ένοπλου αγώνα όσο και για τη διεξαγωγή του. Υπήρξε κεντρικό σημείο αναφοράς στη διαμόρφωση των αποφάσεων του γιουγκοσλάβου ηγέτη Τίτο (άνοιξη 1946) για να παράσχει υλική και πολιτική στήριξη στους έλληνες κομμουνιστές αλλά επίσης και για να τερματίσει κάθε βοήθεια προς αυτούς (θέρος 1949), όταν ο Ζαχαριάδης συντάχθηκε με τον Στάλιν εναντίον του. Προσέλκυσε στις τάξεις των ανταρτών μεγάλο ποσοστό του σλαβόφωνου στοιχείου της Δυτικής Μακεδονίας. Αλλά και συσπείρωσε στο κυβερνητικό στρατόπεδο ευρέα στρώματα του πληθυσμού, διακατεχόμενα από ανησυχία για το ενδεχόμενο ακρωτηριασμού του εθνικού εδάφους. Καταγράφηκε ως υπολογίσιμο στοιχείο στη σκακιέρα του εκκολαπτόμενου την εποχή εκείνη Ψυχρού Πολέμου, καθώς η Μακεδονία βρέθηκε επάνω στο τεκτονικό ρήγμα της διατομής Ανατολής - Δύσης. Διεύρυνε το υφιστάμενο χάσμα μεταξύ των αντίπαλων πολιτικών δυνάμεων της χώρας και λειτούργησε διχαστικά, για δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο, δυσχεραίνοντας τη συμφιλίωση. Κατάλοιπά του εντοπίζονται ακόμη και στις μέρες μας, στη διαμόρφωση των σχέσεων της χώρας μας με τους βόρειους γείτονές της και της πολιτικής στους παραμεθόριους νομούς. Τέλος, φορτίζει συναισθηματικά, μέχρι και τρίτης ακόμη γενιάς, τους γόνους των «ηρώων» ή θυμάτων της εμφυλιακής εποχής στον μακεδονικό χώρο.

Στη δίνη της εμφυλιακής σύγκρουσης, το Μακεδονικό «ταλαιπωρήθηκε» από τους επαγγελματίες προπαγανδιστές των αντιμαχόμενων παρατάξεων σε σημείο ώστε, για πολλά χρόνια μετά, να διαιωνίζονται στερεότυπα της εποχής εκείνης. Αναμφίβολα στο φαινόμενο αυτό συνέργησε και η συνειδητή σιωπή που επέβαλαν ενοχές ή κακώς εννοούμενες αντιλήψεις περί εθνικού συμφέροντος. Μαζί οδήγησαν στο θέσφατο ότι «Μακεδονικό δεν υπάρχει». Η σοβαρή ιστορική έρευνα έρχεται πλέον να σηκώσει τον πέπλο της συσκότισης στη βάση ανέκδοτων αρχειακών πηγών.

Το Μακεδονικό δεν ξεπήδησε ξαφνικά στη διάρκεια του Εμφυλίου. Οι καταβολές του είναι γνωστές: Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί Πόλεμοι, συνθήκες ειρήνης, αλυτρωτική βουλγαρική πολιτική, διακηρύξεις της Κομιντέρν για ενιαία Μακεδονία και ταύτιση με αυτές του ΚΚΕ, μεταξική καταπιεστική πολιτική σε βάρος του σλαβόφωνου στοιχείου, βουλγαρική κατοχή στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι επιπτώσεις όμως στον Εμφύλιο έχουν την αφετηρία τους στα χρόνια της Κατοχής.

Είναι η εποχή (1943) που οι γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι πιέζουν την ηγεσία του ΚΚΕ. Της ζητούν να συμπλεύσει σε μια πολιτική που θα οδηγούσε σε προσάρτηση και της ελληνικής Μακεδονίας ­ παράλληλα με τη βουλγαρική ­ σε μια ομόσπονδη μακεδονική δημοκρατία στο πλαίσιο της μεταπολεμικής γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας. Στα αιτήματα αυτά οι ηγέτες του ΚΚΕ, με στήριξη του ευρύτερου πολιτικού φάσματος του ΕΑΜ, αντιτάσσουν άρνηση. Προβαίνουν όμως σε ορισμένες παραχωρήσεις προς τους σλαβομακεδόνες εθνικιστές. Επιτρέπουν τον σχηματισμό πολιτικής οργάνωσης των Σλαβομακεδόνων, ΣΝΟΦ. Και προς το τέλος της Κατοχής δέχονται τη σύσταση ένοπλων σχηματισμών Σλαβομακεδόνων ενώ επιδεικνύουν παράλληλα ανοχή στη διεξαγωγή εθνικιστικής και αποσχιστικής προπαγάνδας. Ολα αυτά εξέθεταν το Κόμμα σε κατηγορίες των αντιπάλων του για εθνική προδοσία. Είναι γεγονός ότι λίγο πριν από την αποχώρηση των Γερμανών τμήματα του ΕΛΑΣ απώθησαν εκτός Ελλάδας τους «αυτονομιστές». Δεν υπήρξε όμως «άφεση αμαρτιών» από την άλλη πλευρά. Η προπαγάνδα και η φημολογία της εποχής συντηρούσαν την καχυποψία. Σε αυτό συνέτειναν και οι ίδιοι οι Σλαβομακεδόνες με τις πράξεις τους. Πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, όπου με τη βοήθεια των τοπικών αρχών αναδιοργανώθηκαν στρατιωτικώς ­ με τη σύσταση της 1ης Ταξιαρχίας Κρούσης της Αιγαιατικής Μακεδονίας ­ και απέκτησαν δική τους πολιτική συγκρότηση ­ το Λαϊκό Απελευθερωτικό Κίνημα, ΝΟΦ. Η οργάνωση αυτή λειτούργησε ως η «Αιγαιομακεδονική Επιτροπή» του γιουγκοσλαβικού ή ΚΚ Μακεδονίας.


Η δημόσια συνθηματολογία για απελευθέρωση της «Μακεδονίας του Αιγαίου» (Θεσσαλονίκη) δεν περνούσε απαρατήρητη στην Ελλάδα. Νεότερες έρευνες σε γιουγκοσλαβικά αρχεία επιβεβαιώνουν ότι τα συνθήματα αυτά δεν στερούνταν σοβαρότητας, ιδίως για την περίοδο λίγο πριν από την αποχώρηση των Γερμανών. Η συναίνεση του Στάλιν να παραμείνει η Ελλάδα στην αγγλοαμερικανική ζώνη επιρροής ανέστειλε τότε τους μεγαλοϊδεατικούς σχεδιασμούς των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων.

Η διάσταση μεταξύ ΚΚΕ και εθνικιστών Σλαβομακεδόνων οξύνθηκε μετά τα Δεκεμβριανά και τη συμφωνία της Βάρκιζας, καθώς το ΝΟΦ όχι μόνο δεν ενέκρινε τη συμφωνία αλλά αρνήθηκε να διακόψει τον ένοπλο αγώνα. Πράγματι μικρές ένοπλες ομάδες του ΝΟΦ συνέχισαν στη διάρκεια του 1945 την τακτική δολιοφθορών. Παρ' όλο που το ΚΚΕ κατάγγειλε τις ενέργειες αυτές, η κυβέρνηση στην Αθήνα θεώρησε τα επεισόδια αυτά αθέτηση της συμφωνίας της Βάρκιζας και μέσω των επιτόπιων οργάνων της στη Μακεδονία επιδόθηκε σε καταδίωξη δικαίων και αδίκων. Ιδιαίτερα πιέστηκε το σλαβόφωνο στοιχείο το οποίο τελούσε ­ όχι βέβαια στο σύνολό του ­ υπό τη διπλή κατηγορία της συνεργασίας με τις βουλγαρικές αρχές κατοχής και της υπόθαλψης αυτονομιστικών σλαβομακεδονικών ανταρτικών ομάδων. Το αποτέλεσμα ήταν ένα νέο ρεύμα προσφύγων προς τη Γιουγκοσλαβία.

Η απόφαση για την έναρξη του ένοπλου αγώνα από το ΚΚΕ προαπαιτούσε τη σύμπραξη του Τίτο. Επειτα από έντονες διαβουλεύσεις σε Βελιγράδι και Σκόπια, στη διάρκεια του 1946, συμφωνήθηκε η επιστροφή των Σλαβομακεδόνων και η ένταξή τους σε ένοπλους σχηματισμούς του ΚΚΕ. Η οργάνωση ΝΟΦ παρέμεινε και στελέχη της ήταν ελεύθερα να αναπτύσσουν τη «διαφωτιστική δουλειά» τους στο σλαβόφωνο στοιχείο. Ποια άλλη αντιπαροχή στον Τίτο ­ πέραν της αναγνώρισης των Σλαβομακεδόνων ως εθνικής μειονότητας ­ ανέλαβε ο Ζαχαριάδης στο Μακεδονικό δεν είναι εξακριβωμένο. Η θέση του Τίτο όμως δεν ήταν άγνωστη. Ηταν η εποχή που ο γιουγκοσλάβος ηγέτης προωθούσε την ιδέα της βαλκανικής ομοσπονδίας υπό τον έλεγχό του, γεγονός που επιβεβαιώθηκε τον επόμενο χρόνο (1947), με τις συμφωνίες του με τον βούλγαρο ηγέτη Ντιμίτροφ, βάσει των οποίων η βουλγαρική Μακεδονία θα επροσαρτάτο στη γιουγκοσλαβική στο πλαίσιο μιας ομοσπονδίας των δύο χωρών. Η τύχη του τρίτου σκέλους θα ανέμενε τις εξελίξεις του ένοπλου αγώνα στον Νότο.

Η μαζική είσοδος σλαβομακεδόνων φυγάδων από τη Γιουγκοσλαβία αποτέλεσε την αρχική μαγιά των ένοπλων πυρήνων στη Βόρεια Ελλάδα, όπου στην αρχή φαινόταν να υπερτερούν αριθμητικά. Στα δύο χρόνια που ακολούθησαν, το ΚΚΕ φαινόταν να ελέγχει την κατάσταση. Καθώς όμως οι επιχειρήσεις εστιάζονταν σε σημαντικό βαθμό στη Μακεδονία, διευρυνόταν και η στρατολόγηση του σλαβόφωνου στοιχείου και μεγάλωνε το ποσοστό του στις μονάδες του ΔΣΕ.



Με τη ρήξη Τίτο - Στάλιν, το θέρος του 1948, οι Σλαβομακεδόνες κλήθηκαν να επιλέξουν ανάμεσα στους τιτοϊκούς «ομοεθνείς» τους και στη σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ. Σημαντική μερίδα Σλαβομακεδόνων κατέφυγε τότε στη Λ.Δ. Μακεδονίας, στερώντας τον ΔΣΕ από μαχητές και πολύτιμες εφεδρείες στην τελευταία κρίσιμη χρονιά του αγώνα.

Προσπαθώντας να αναστρέψει το κύμα φυγής και ίσως για να ασκήσει πίεση στον Τίτο εξαργυρώσιμη στη Μόσχα, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, στην 5η Ολομέλειά της (30/31 Ιανουαρίου 1949), έλαβε μια μοιραία απόφαση. Ανέτρεψε την ως τότε πολιτική του Κόμματος περί ισοτιμίας των Σλαβομακεδόνων εντός της Ελλάδας, αντικαθιστώντας τη με την προπολεμική της Κομιντέρν για ανεξάρτητη και ενιαία Μακεδονία στο πλαίσιο μιας Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας.

Με τον τρόπο αυτό ο Ζαχαριάδης ήλπιζε ότι θα συγκρατήσει γύρω του τους Σλαβομακεδόνες. Παρείχε όμως και έμμεση βοήθεια στον Στάλιν, μετατρέποντας το Μακεδονικό σε μπούμερανγκ για ανατροπή του γιουγκοσλάβου ηγέτη. Ο τελευταίος αντέδρασε διακόπτοντας τη βοήθεια στο ΚΚΕ και κλείνοντας τη μεθόριο στους ενόπλους του ΔΣΕ. Με τη λήξη των επιχειρήσεων στον Γράμμο και στο Βίτσι, εκτός από τα στελέχη του Κόμματος και τους ενόπλους, έφυγαν μαζικά από τη χώρα και οι κατά τεκμήριο πιστοί στο ΚΚΕ Σλαβομακεδόνες.

Τα δύο αυτά γεγονότα έθεσαν τέρμα και στα μεγαλοϊδεατικά οράματα του Τίτο σε βάρος της ελληνικής και βουλγαρικής Μακεδονίας. Στην εξορία, το ΚΚΕ, ανέτρεψε την περιβόητη απόφαση της 5ης Ολομέλειας, η οποία όμως χρεώθηκε με ένα τεράστιο κόστος για το Κόμμα. Επί σειρά ετών στελέχη και οπαδοί οδηγήθηκαν στο απόσπασμα και σε εξορίες για εθνική προδοσία με βάση αυτή την απόφαση. Υπήρξε όμως και εθνικό κόστος, καθώς επί 1/4 του αιώνα συνετέλεσε στη διατήρηση αγεφύρωτου του χάσματος που ανέκοπτε την εθνική συμφιλίωση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΧΟΛΙΑ